
.
Αλιλούϊα Αλιλούϊα
.
Απο την Μονή Μπαξεντίου του Μεγαλοάρπαγα.
Πάτερ Αλλόφρον της κοινώτητος

Και ένα VIDEO για το πως μπορει να συνδιαστει η θεία λειτουργεία και το λαϊκο συναισθημα http://www.youtube.com/watch?v=7MhlIsz1jvg


Και ένα VIDEO για το πως μπορει να συνδιαστει η θεία λειτουργεία και το λαϊκο συναισθημα http://www.youtube.com/watch?v=7MhlIsz1jvg
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν

.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν
.jpg)
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν


.
.
Και τέλος ,ένα Βιντεάκι για το πως χρησιμοποιεί ο εγωισμός την κουβέρτα της αλήθειας.http://www.youtube.com/watch?v=TpB4Cwer_qw
.
.
.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν

Είχε πολλά αδελφάκια και όλα μαζί απολάμβαναν την αγάπη της μητέρας τους παρά το στριμοξίδι "Πήγαινε πιο κει ρε Μπάμπη .Κορέους πιάσαμανε"
Το γουρουνάκι μεγάλωνε τρέχοντας από εδώ και από εκεί ,αχόρταγο για ζωή και φαΐ
"Ρε Μπάμπη ,τι θα γένει με αυτούς τους κορέους ? Έξι μήνους δεν έχεις ξεκολλημό από δίπλα μου."
Όμως που να ήξερε το μικρό μας γουρουνάκι ότι πάνω από το νεανικό του κεφαλάκι παίζονται δισεκατομμύρια
Η μαμά του είχε από καιρό τώρα εξαφανιστεί. Του είπαν πως είχε πάει ένα μεγάλο ταξίδι και πως θα αργούσε πολύ να γυρίσει Όμως το μικρό μας γουρουνάκι ήθελε να της δείξει που μεγάλωσε και ήταν πια ένας δυνατός και όμορφος έφηβος Ζητούσε το χάδι της τα βράδια "Μπάμπη άμανε ξανακλάσεις την ώρα που κοιμάμαι θα σου φέρω τους κορέους μου στην μούρη σου". Το άλλο πρωϊ "το καλό αφεντικό μου που με φροντίζει και με ταΐζει θέλησε να το πάει μια βόλτα για να μου φτιάξει λίγο την διάθεση . Γαμώτο .Μια βόλτα ειπαμενε μα παμενε ,τον Μπάμπη τι τονε θελουμενε μαζί μας? "
Ο "καλός πατερούλης " όπως τον έλεγαν, που τα φρόντιζε 1 χρόνο τώρα, τα έλυσε από την μηχανή και τα έβαλε μέσα σε ένα δωμάτιο. Ήταν και άλλος ένας καλός κύριος εκεί που κρατούσε κάτι γυαλιστερό στο χέρι του. Το δωμάτιο βρώμαγε από αίμα . Το γουρουνάκι μας φοβότανε και πήγε κάτω από τα πόδια του πατερούλη για προστασία. Αυτός το σήκωσε ,το έβαλε πάνω σε ένα τραπέζι γεμάτο κομμάτια κρέας .Του τέντωσε τα πόδια και τα χέρια και ο άλλος κυριούλης έβαλε το γυαλιστερό πράγμα στο λαιμό του μικρού μας γουρουνιού Πονούσε ,καθώς αυτό του έκοβε τον λαιμό αργά για να μην γεμίσουν αίματα. Ένιωθε τις αισθήσεις τους να το εγκαταλείπουν καθώς η ακατάσχετη αιμορραγία του είχε τυφλώσει τα μάτια. Είχε σπασμούς σε όλο του το κορμί. Δεν μπορούσε να ανασάνει .Πνιγόταν Σκοτάδι Φοβόταν πολύ. Όμως ΄,εκεί στο απόλυτο σκοτάδι διέκρινε μια γνώριμη φιγούρα. Τη μητέρα του .Στεκόταν εκεί δίπλα του. Του έγλυψε τις πληγές ,και έφυγαν μαζί.Ο καλός πατερούλης κρέμασε το κεφάλι του δίπλα σε αυτό της μητέρας του. Και πιο δίπλα ,ποιος άλλος .Ο Μπάμπης.
.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν
.










.
.
.
.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν

.
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες".
Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα.
Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
"είναι τρελός".
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου".
Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη".
Χαλίλ Γκιμπράν