Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μοναχικές γυναίκες




Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω,
από ένα χέρι να πιαστώ,



να βγω έξω να ζήσω,
για ένα τσιγάρο, ένα ποτό,
να πιάσω κάποιον να του πω:
"δώσ' μου το χρόνο σου...
κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου."


Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει:
"δε γίνεται".
Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο "γεια"
δεν παραδίνεται.



Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική.
Φτάνω στο σπίτι, λέω "μπαίνω φυλακή".
Εκείνος έρχεται κοντά μου, μ' αγκαλιάζει
κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει.
Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του,
και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του
με πιάνει κρίση,
σέρνεται απάνω μου
τον έρωτα να ζήσει.




Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο.
Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω.
Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω,
να λέω "βοήθα με, Χριστέ" και να δακρύζω.

Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα,
χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα.



Καπνός και σκόνη,
και όλα γύρω μου φωνάζουν
"είμαι μόνη".



Οι πιο μεγάλες νύχτες
είναι αυτές που κλαις και δε σ' ακούν.

Θυμίζουνε γυναίκες,
μοναχικές γυναίκες που πονούν.
http://www.youtube.com/watch?v=FC6ly2CK_Kw&feature=related
Στίχοι: Σαράντης Αλιβιζάτος
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
Πρώτη εκτέλεση: Γλυκερία - Ελένη Δήμου - Τάνια Τσανακλίδου

Η ευχάριστη έκπληξη
σε αυτό το ιδιαίτερο τραγούδι
είναι
πως αυτούς τους στοίχους
τους έγραψε άνδρας
και άνδρας τους μελοποίησε
Αυτό στα μάτια τα δίκά μου
μου επιβεβαιώνει για μια φορά ακόμα
πώς τα δύο φύλλα φτιάχτηκαν
για να νοιώθει ο ένας τον άλλον



και όχι για να μπαίνουμε
σε άσκοπα βιωματικά δρώμενα
υπεροχής, υποταγής
ή δρόμους φόβου και μοναξιάς .
Κρατώ λοιπόν λίγο τροποποιημένο
αυτόν τον στοίχο
"Οι πιο μεγάλες νύχτες
είναι αυτές που κλαις και δε σ' ακούν.
Θυμίζουνε ανθρώπους,
μοναχικούς ανθρώπους που πονούν."



Περι Γραφής Φωτός

Συνοδηπόροι

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Για Μένα

Η Φωτό Μου
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες". Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα. Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε: "είναι τρελός". Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου". Έτσι γίνηκα τρελός. Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας. Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη". Χαλίλ Γκιμπράν