Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Κρατώ ;


.
.

Σιωπή κρατώ,

κοιτάζοντας τα μάτια σου ,
να μην ταράξω
την κρυστάλλινη επιφάνεια
της θάλασσας,
που αντέχει μεσα τους .

Χωρίς ορίζοντες .

Μια θάλασσα φτιαγμένη
από μια χούφτα άμμο ,
που κλέψαμε μαζί ,
θυμάσαι ;
απ' την κλεψύδρα του θεού.
Και ενα κοχύλι ,
που μας έδωσε σαν τιμωρία
για να ορίζει ως προσδόκιμο ,
τον ήχο
της αυταπάτης της.


Κραυγή κρατώ,

δουλεύοντας σκληρά
το πύρινο αλέτρι των Ηδωνών
για να οργώνω τις αισθήσεις σου .
Και όμως.
Περίμενα να ανθίσει Φως,
από τις πληγές που έσπειρε η ανάσα μου
και πότισε το βαθύ σου "Ναι" .
Αυτό το πνιγμένο στα χείλη ,
λίγο πρίν στάξει σαν "Ισως" στην Καρδιά.


Εσένα ... ,
δεν κρατώ.

Ίσως γιατί οι χούφτες μου
είναι γεμάτες απο Αλήθειες .
Γι αυτό και δεν σε κράτησα ποτέ .
Γιατί αν σε όριζα
θα χανες τα φτερά σου ,
και εγώ τον ουρανό μου.


Σώπασε τώρα και άκου .
Οχι εμένα .
Τα αστέρια που στάζουν Φώς.

Μικρές σταγόνες "Μη"
που ραγίζουν το "Οχι" της Νύχτας.



Σωπα και άκου .
Οχι εμένα .
Την βαριά ανάσα της Γής
καθώς γεννά Ζωή .
Το πρώτο τραγούδι ,
αρώματα ψιθυριστά ,
των ανθισμένων υπάρξεων.



Ακου .
Οχι εμένα .
Τα συναισθήματα ,
που λέγονται πίσω από τα λόγια .
Οι κραυγές πίσω από τα βλέμματα
Τα ραγίσματα της ψυχής
πίσω από τα αγγίγματα


Και όταν μάθεις
να ακούς την Σιωπή ,
μέσα σε όλα αυτά ,
τότε θα μάθεις να ακούς
και εμένα


.
.


.
.
.

Από την Συλλογή μου


Περι Γραφής Φωτός

Συνοδηπόροι

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Για Μένα

Η Φωτό Μου
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες". Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα. Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε: "είναι τρελός". Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου". Έτσι γίνηκα τρελός. Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας. Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη". Χαλίλ Γκιμπράν