Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΚΑΛΗΜΕΡΑΑΑ


Αφιερωμένο στο πρώτο,
μετά από χρόνια,
ξύπνημα του ελληνικού λαού.
Ένα ξύπνημα πρωτόγνωρων συναισθημάτων


Κατ αρχάς αγανάκτηση .


Αποφασιστικότητα σε ένα στόχο



Ανθρωπιά από τη αστυνομία

Αποψεις περι αντίστασης χωρίς ασκοπη βία και με δημιουργική φαντασία



Ενα μετερίζι που όλες οι ηλικίες έχουν έναν κοινό αγωνα και μάχονται πλάι πλάι .




Συγκεντρώσεις που βασίζονται περισσότερο στο νοιάξημο και την αγάπη παρά στο μίσος και την οργή


Γιατι χωρίς κομματικές ιδεολογίες και εθνοπατέρες να βιάζουν την κοινή γνώμη

... η ζωη συνεχίζεται πολύ ομορφότερα
Γι αυτό , κάθε μέρα στις 18¨00 ...
Αφιερωμενο σε όλους μας ,
απο έναν βαθιά αγανακτισμένο τις εποχής του .

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάτου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο τον δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει

http://www.youtube.com/watch?v=hU4h3pMNXfA

Περι Γραφής Φωτός

Συνοδηπόροι

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Για Μένα

Η Φωτό Μου
«Με ρωτάς το πως γίνηκα τρελός.Να πως:Μια μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πώς όλες οι μάσκες μου είχαν κλεφτεί-κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μες σε εφτά ζωές-τότες έτρεξ'αμασκοφόρετος μές' από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: "κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες". Άντρες,γυναίκες,με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους σκιαγμένοι από μένα. Κι όταν έφτασα στην αγορά ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε: "είναι τρελός". Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρύσω΄ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και μέσα σε έκσταση φώναξα: " ευλογημένοι οι κλέφτες που 'κλεψαν τις μάσκες μου". Έτσι γίνηκα τρελός. Και βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά,μέσα στην τρέλα μου΄τη λεφτεριά της Μοναξιάς,τη σιγουριά της ακαταληψίας,γιατί όποιοι μάς καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας. Μα, άς μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος,είναι ασφαλισμένος από έναν άλλον κλέφτη". Χαλίλ Γκιμπράν